σεληνοειδής

-ές, ΝΑ
αυτός που έχει το σχήμα τής Σελήνης, μηνοειδής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σελήνη + -ειδής*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεληνοειδής — like the moon masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεληνοειδῆ — σεληνοειδής like the moon neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) σεληνοειδής like the moon masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) σεληνοειδής like the moon masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεληνοειδές — σεληνοειδής like the moon masc/fem voc sg σεληνοειδής like the moon neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ειδής — ές (είδος*) β συνθετικό επιθέτων και απλή παραγωγική κατάληξη, που δηλώνει ότι το ουσιαστικό το οποίο προσδιορίζεται από το επίθετο έχει τη μορφή που δηλώνει το α συνθετικό. Εμφανίζεται σε μεγάλο αριθμό σύνθετων λέξεων στη Νέα Ελληνική, έναντι… …   Dictionary of Greek

  • ԼՈՒՍՆԱՁԵՒ — (ի, ից.) NBH 1 0902 Chronological Sequence: 10c, 13c ա. σεληνοειδής, σεληνίς lunula. Որ ունի զձեւ նորոյ լուսնի եղջերաւոր. որպէս զմահիկ. Լուսնատեսիլ. ... *Մահիկս լուսնաձեւս. Արծր. ՟Գ. 2: *Մահիկ լուսնաձեւ իմն զարդ պարանոցացն. զի մահիկ ասեն զձեւ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.